Συγγραφέας: Γεροντούδης Νικήτα Λεωνίδας Έκδοση: Ιδιωτική έκδοση, Αθήνα Σπετέμβριος 1972 Αριθμός σελίδων: 78
Περιγραφή: Τον Φεβρουάριον του 1822 ο Μέγας Διδάσκαλος του Γένους, αοίδιμος Αδαμάντιος Κοραής, προς όν ουδείς εκ των διανοουμένων Ελλήνων δημοτικιστών της σήμερον δύναται να συγκριθεί, απεφάνθη, περί της γλώσσης ήν ώφειλε να αποκτήσει η ελευθερωθείσα Ελλάς, ούτω: «Το να επανέλθωμεν εις την Αρχαίαν γλώσσαν, όσον και αν το θέλωμεν, είναι αδύνατον. Είναι όμως δυνατόν η βαρβαρωθείσα διευθαρμένη και χυδαία γλώσσα των ελευθερωθέντων Ελλήνων να καλλοπισθεί. Προς τούτο οι λόγιοι του Έθνους οφείλουν να εκλέξουν την μέσην οδόν. Το κοινόν ιδίωμα (η Καθαρεύουσα) δεν είναι αξιοκαταφρόνητον, ως πρεσβεύουν οι μωροί». Ούτως απεφάνθη περί της γλώσσης, ήν ώφειλε να αποκτήσει η μετεπαναστατική Ελλάς, ο σοφώτατος και γλωσσομαθέστατος αείμνηστος Αδαμάντιος Κοραής, δι’ ό επέσυρε την μήνιν των Αρχαϊστών, ούς απεκάλεσε μωρούς. Μετ’ ού πολύ όμως, παρεδέχθησαν πάντες την συμβουλήν του ως σοφωτάτην και υπό την εμπνευσμένην καθοδήγησίν του, η Καθαρεύουσα καθιερώθη επίσημος γλώσσα του Ελληνικού Έθνους. «…. Ουδείς συνειδητός, καλής πίστεως και λογικός ‘Έλλην αρνείται ότι χάρις εις τον από του 1750 και πρότερον, καταβαλλόμενον υπό της Αρχαϊζούσης αρχικώς και της Καθαρευούσης κατόπιν μόχθον, διελύθη το σκότος της αμαθείας, ήτοι το σύμφυρμα των αναριθμήτων διαλέκτων της αγραμματοσύνης, προς δε και ότι χάρις εις την λογίαν Καθαρεύουσαν επιτυγχάνεται η οσημέραι αφομοίωσις των διαλέκτων, ήτις αφομοίωσις, εξελισσομένη, θα διαμορφωθεί ταχέως εις ενιαίαν καθομιλουμένην Καθαρεύουσαν. Εις την λογίαν Καθαρεύουσαν ηγόρευσαν πάντες οι πολιτικοί άνδρες της Ελλάδος, οι πλείστοι των οποίων κατέλιπον περισπούδαστα συγγράμματα, τα οποία οι πολέμιοι της Καθαρευούσης, δεν ησθάνθησαν, δυστυχώς, υπόχρεοι να μελετήσουν προτού αποδυθούν εις τον αδυσώπητον εναντίον της λογίας των γλώσσης ανίερον αγώνα». Πολλές εκατοντάδες ονομάτων Ελλήνων διανοουμένων και πολιτικών, οι οποίοι εχρησιμοποίησαν και εξακολουθούν να χρησιμοποιούν την Καθαρεύουσαν, αναφέρονται εις τας σελίδας του παρόντος βιβλίου.
Περιγραφή: Στις πρώτες σελίδες της ποιητικής συλλογής υπάρχει αφιέρωση στη μητέρα της που τη γέννησε, τη φρόντισε, της έδωσε ελπίδες στο Θεό.Γράφει σε ελεύθερο στίχο και με το πρώτο ποίημά της συνδέει την ποίηση της και τη ζωή της με την Οδύσσεια και τον Οδυσσέα.Αυτό γίνεται με τον πρώτο στίχο που παραπέμπει στην αρχή της Οδύσσειας : «Ανθρώπων άστεα είδα πολλά». Το νησί της, η γενέτειρά της βρίσκεται πάντα μες την καρδιά της, αισθάνεται αγάπη και νοσταλγία.Αγάπη ζωής – Αιγαίο – Ταξίδια στον ήλιο.Η Λήμνος σημαίνει για την ίδια θάλασσα, παιχνίδι, χαρά, ήλιο, το φως του Αιγαίου.Ακόμη κι αν φύγει μακριά της, όλα αυτά είναι παρόντα μες την ψυχή της και την περιμένουν πάντα να ξαναπάει κοντά τους.Σε κάποια ποιήματά της οι εικόνες και ο τρόπος γραφής θυμίζουν τραγούδι.Τα ποιήματά της είναι φορτωμένα αισθήματα, εικόνες από την Αρχαία Ελλάδα, τη μυθολογία, υπάρχουν έντονα συναισθήματα, χαρά, λύπη, μελαγχολία αλλά και αισιοδοξία.Δημιουργεί λέξεις, όπως : ηλιοσταγόνες, χρονοσταγόνες, χρονοθύελλα, γλυκοκέρασμα, χρονοκτόνοι. Χρησιμοποιεί σχήματα λόγου, π.χ. μεταφορές, πολλές εικόνες από τη ζωή, παρομοιώσεις, π.χ. : (Το όνειρο) σαν πνεύμα αστροφερμένο μ’ απογείωσε και μ’ έφτασε στην κρύπτη της αλήθειας. Γράφει για το χρόνο που φεύγει και τους ανθρώπους που τους πηγαίνει όπου θέλει. Εκφράζει νοσταλγία για τα παλιά, τις εικόνες από τη ζωή της που τις θυμάται με συγκίνηση, τη γιαγιά, τη μαμά της, το πατρικό της που της φέρνει χαρά και αγαλλίαση, για την παλιά της γειτονιά.Εκείνες τις εικόνες που έζησε και τις κράτησε μέσα της και οι οποίες αποτελούν το άλλο μισό του εαυτού της.Ο Μέγας Αλέξανδρος είναι παρών στην ποίησή της, σα να έδιναν μαζί τις μάχες του Ελληνισμού.Γράφει για τη Σημαία, για τους τριακόσιους του Λεωνίδα που θυσιάστηκαν.Για το Χριστό, τη ζωή του και τα μηνύματα αγάπης που έφερε. (Γιάννης Παπαγεωργίου, Φιλόλογος)
Συγγραφέας: Γεροντούδης Νικήτα Λεωνίδας Έκδοση: Ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1971 Αριθμός σελίδων: 584
Περιγραφή: Αρχικός σκοπός του παρόντος ήτο η εις το πρώτον μέρος προβολή της Γραμματικής της Λημνιακής Διαλέκτου, εις το δεύτερον του Πεζού αυτής λόγου και ει το τρίτον του ελευθέρου Λημνιακού Στίχου, ήτοι η κληροδοτηθείσα Λημνιακή Διάλεκτος εις τους απελευθεροθέντας Λημνίους την 8ην Οκτωβρίου 1912 εις όλας τας εαυτής εκφάνσεις. Προς τούτο επιμόχθως ειργάσθημεν επί εννεαετίαν το πρώτον και τριετίαν το δεύτερον, ότε ενθουσιωδώς διά δημοσιεύσεώς του εις τα «Λεσβιακά Χρονικά» της Μυτιλήνης εξεδηλώθη εν αγνοία μας ο καθηγητής, συγγραφεύς και Γυμνασιάρχης Λήμνου κ. Δημήτριος Μαντζουράνης ούτω:
ΤΟ ΛΗΜΝΙΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ –Ο Κωνσταντής το πρώτο παλληκάρι
Ο κ. Λεωνίδας Γεροντούδης έχει έτοιμο ένα βιβλίο με λαογραφικά και ιστορικά θέματα γραμμένα σε στίχους στη Λημνιακή Διάλεκτο. Στο βιβλίο του προτάσσει τη γραμματική της γλώσσης που χρησιμοποιεί. Η έκδοσις του βιβλίου αυτού αξίζει για τη Λήμνο και γενικώτερα για την Ελλάδα. Το κομμάτι που δημοσιεύεται είναι αποσπάσματα δημοτικού τραγουδιού που περιέσωσε ο συγγραφεύς από παλιό Λημνιό χωρικό και που δυστυχώς λόγω ελλείψεως χώρου δεν μπορούμε να δημοσιεύσωμεν ολόκληρο.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Π. ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗΣ
Φιλοτιμηθέντες και ενθαρρυνθέντες όθεν, ενετείναμεν έτι μάλλον τας προς εμπλουτισμόν της παρούσης προσπαθείας μας και επεδόθημεν εις την συγγραφήν και του τετάρτου βιβλίου, πεποιθότες ότι διά της προσθήκης του ιστορικού μέρους, αποτίομεν πληρέστερον τον εκ μέρους ημών οφειλόμενον φόρον υπερτάτης τιμής και ευγνωμοσύνης προς αρχαιοτάτους κατοίκους της Λήμνου και τους υποδούλους των Τούρκων προπάτοράς μας. Οι Λήμνιοι καυχόμενοι ότι εις τας φλέβας των έρρεεν αίμα Ελληνικόν και δη των Αργοναυτών και ακραδάντως πιστεύοντες εις την ανάκτησιν της απωλεσθείσης ελευθερίας, δεν ηνέχθησαν μοιρολατρικώς το επαυχένιον της τουρκικής βαρβαρότητος. Εξηκολούθησαν μετά πάθους διδασκόμενοι εν υπαίθρω ή εις τας μάνδρας των αγροκτημάτων των Τούρκων, τα οποία εκαλλιεργούντο υπό Λημνίων γεωργών, ή εν υπογείοις υπό το ασθενές φως του λιχνιδίου, την ελληνικήν γραφήν και την μητρικήν αυτών γλώσσαν, εις έν αποβλέποντες και έν επιποθούντες να παραμείνωσιν Έλληνες. Τούτο επιθυμούντες να διατρανώσωμεν ήλθομεν εις άμεσον επαφήν μετά των κατοίκων της Νήσου και συναποκομίσαντες πλουσίαν συλλογήν λαογραφικού υλικού επεδόθημεν εις την σύνθεσιν της ενιαίας Λημνιακής Διαλέκτου, της καταληπτής και ομιλουμένης υπό πάντων των Λημνίων. Ίνα δε αποδώσωμεν εναργέστερον τας ποικίλας αυτής εκδηλώσεις και ίνα το όλον έργον μας ευχερέστερον κατανοήται και χρήσιμον αποβαίνη τοις λογίοις, ών την συγγνώμην και επιείκειαν επικαλούμεθα, εχωρίσαμεν τούτο εις τέσσαρα μέρη: α) Την Ιστορίαν της Λήμνου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον. β) Τον Πεζόν Λόγον διά διαλόγων, τινάς των οποίων εδημοσιεύσαμεν εις την εφημερίδα ημών «Φωνή της Λήμνου» εν έτεσι 1946 – 1947 – 1948 – 1949 – 1950. γ) Τον Ελεύθερον Λημνιακόν Στίχον, Μύθους, Άσματα και όλους τους χορούς μελοποιηθέντας τη φροντίδι μας και δ) Την Γραμματικήν της Λημνιακής Διαλέκτου υφ’ ημών το πρώτον εκπονηθείσαν άνευ τινός βοηθήματος, εις ήν συμπεριλάβομεν τα Υποκοριστικά, τα Γνωμικά, τας Παροιμίας, τας ύβρεις, τας αράς, τους όρκους, τας ευχάς και την προφοράν αριθμήσεως. Σκόπιμον έτι εθεωρήσαμεν να συμπεριλάβωμεν εις το παρόν και δύο ενδιαφέροντα έγγραφα. Βεβαίωσιν του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λήμνου Νεκταρίου του 1833 και Δήλωσιν του Κωνσταντή Ντενερίκου του 1838, ως αναγόμενα εις την εποχήν της ανακηρύξεως της Ελλάδος εις ελεύθερον κράτος, καθ’ ήν, ως παρατηρεί ο εμβριθής αναγνώστης, οι εγγράμματοι υπόδουλοι Λήμνιοι, μη δυνάμενοι να αποδώσωσι πλήρως εις την Ελληνικήν γλώσσαν, μετεχειρίζοντο εν ημι-επισήμοις εγγράφοις λέξεις και φράσεις εις την τουρκικήν και ως αναγόμενα εις κτηματικάς διαφοράς μεταξύ των εκ μητρός προγόνων μας και δη του πλοιάρχου Κωνσταντίνου Μάκρα, του πρώτου εκ των Λημνίων θαλασσοπόρων, πλεύσαντος εις Αυστραλίαν επί ιδιοκτήτου ιστιοφόρου, εν έτει 1867. Επειδή εκ του κειμένου των α), β), και γ) μερών του βιβλίου αριδήλως αποδεικνύεται ότι οι Λήμνιοι επί 443 έτη δουλείας, το τε θέμα των λέξεων εν πολλοίς διεφύλαξαν και μίαν των καθαρωτέρων Ελληνικών διαλέκτων να κληροδοτήσωσιν εις ημάς κατώρθωσαν, Προσφέρωμεν το παρόν υπερηφάνως εις πάντα καλόν Λήμνιον, τιμώντα την μνήμην των προπατόρων του ως μίαν σελίδα της ιστορίας της μικράς πατρίδος του και ως εγχειρίδιον της ομιλουμένης Λημνιακής διαλέκτου, εις ήν ο χρόνος ημέρα τη ημέρα επιφέρει της εξελίξεως την φθοράν και αλλοίωσιν.
Εν Κοντιά της νήσου Λήμνου, 17 Αυγούστου 1943 ΛΕΩΝΙΔΑΣ Ν. ΓΕΡΟΝΤΟΥΔΗΣ
Συγγραφείς: Γεροντούδης Νικήτα Λεωνίδας, Γεροντούδης Λεωνίδα Χριστόφορος Έκδοση: Ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1990 Γλώσσα: Ελληνική, Αγγλική Αριθμός σελίδων: 128
Περιγραφή: Ο Σοφοκλής παρουσιάζει το νησί της Λήμνου στους θεατές του έργου του “Φιλοκτήτης” σαν ένα ακατοίκητο και έρημο μέρος. Η πρώτη σκηνή παρουσιάζει ένα μέρος από τη Β.Α παραλία της Λήμνου κοντά στο ακρωτήριο του Ερμαίου όρους. Από την ακρογιαλιά υψώνεται απόκρημνος βράχος. Κάτω και αριστερά διακρίνεται μια πηγή και στο βάθος προβάλλει το ηφαίστειο Μόσυχλος. Στη σκηνή μπαίνει ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος, φημισμένος και χιλιοτραγουδισμένος ήρωας της Ιλιάδας του Ομήρου, ακολουθούμενος από τον Νεοπτόλεμο και ένα ναύτη και λέει : «Να, αυτό είναι της Λήμνου τ’ ακρογιάλι, που βρέχεται ολόγυρ’ από θάλασσα, απάτητο από ανθρώπινο ποδάρι κ’ έρημο». Άσχετα όμως με την περιγραφή της Λήμνου από τον Σοφοκλή, στην πραγματικότητα, το νησί είναι μεγάλο και σύμφωνα με τη μυθολογία, είχε κατοίκους και βασιλιά. Τα ευρήματα των ανασκαφών επίσης μαρτυρούν ότι ήταν κατοικημένο 4 με 5 χιλιετηρίδες πριν από τον Τρωικό πόλεμο. Η Λήμνος σήμερα είναι εύφορο νησί και είναι πολύ απίθανο το να ήταν κάποτε έρημο. Άλλα δραματικά έργα, βασιζόμενα στο μύθο του Φιλοκτήτη (Αισχύλος και Ευριπίδης) παρουσιάζουν το χορό απαρτιζόμενο από κατοίκους της Λήμνου. Επομένως είναι σαφές ότι οι συγγραφείς των έργων αυτών θεωρούσαν ότι η Λήμνος ήταν κατοικημένη στην εποχή του Φιλοκτήτη, πράγμα που αναμφίβολα το ήξερε και ο Σοφοκλής. Για ποιο λόγο λοιπόν την περιγράφει ο Σοφοκλής σαν έρημη και ακατοίκητη; Διότι με την καινοτομία του αυτή, καθιστά περισσότερο οδυνηρή τη διαβίωση του Φιλοκτήτη και πολύ πιο τραγική τη μοίρα του, ενώ ο χορός των Ελλήνων ναυτών, προσδίνει μια λαμπρή νότα ρεαλισμού στο έργο.
Περιγραφή: Στη συλλογή της Πινακοθήκης Σύγχρονης Βαλκανικής Τέχνης του Κοντιά, εικονογραφείται και αποτιμάται με πληρότητα η έμπνευση των καλλιτεχνών, οι οποίοι έλαβαν μέρος στα δυο συμπόσια ζωγραφικής. Οι εντυπωσιακές δημιουργίες διακρίνονται για τις συνειδητές ή ασυνείδητες επιδράσεις που φαίνεται να ασκήθηκαν στους ζωγράφους κατά τη παραμονή τους στη Λήμνο. Η γοητεία των έργων συνεπαίρνει πέραν κάθε αμφιβολίας τον απροετοίμαστο επισκέπτη με την πρωτοτυπία, τη χάρη και το ευθέως διατυπωμένο ανθρωπιστικό μήνυμα. Το εικαστικό λεξιλόγιο της συλλογής περιλαμβάνει ποικιλία θεμάτων, διαφορετικές προσεγγίσεις στη σύλληψη των έργων, χρωματική ευφορία και εγκωμιάζει το μόχθο των εργατών της τέχνης την ώρα της σοδειάς. Ο προσεκτικός θεατής έχει τη δυνατότητα να διεισδύσει στο τοπίο, να αποκαλύψει μια ξεχωριστή αγάπη για τη φύση και τον άνθρωπο και ακόμα να χαρεί το διανοητικό ταξίδι των δημιουργών μέσα από την υπαινικτικότητα της αφαίρεσης. Οι μάστορες της πολύπαθης Βαλκανικής παρουσιάζουν είτε συμβολικά, είτε με προφάνεια μια καλλιτεχνική πανδαισία που στοχεύει στην απόφαση για ειρηνική συνύπαρξη και ευημερία. Ο σκοπός του Πολιτιστικού Συλλόγου Κοντιατινών Λήμνου επιτεύχθηκε. Η Πινακοθήκη είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο. Τώρα, μένει να συμβάλλουν και άλλοι, ώστε η ιδέα να συνεχίσει να ανθοφορεί και στο μέλλον προς δόξα της ζωής και του πολιτισμού των λαών.
Άγγελος Μπλιάς, Συντηρητής Έργων Τέχνης και Αγιογραφίας
Περιγραφή: Το βιβλίο της εικαστικής έκθεσης με τίτλο “Υδατογραφώντας το Ελληνικό τοπίο” που πραγματοποιήθηκε στην Πινακοθήκη Σύγχρονης Βαλκανικής Τέχνης Κοντιά Λήμνου μεταξύ 24 Ιουλίου 2009 έως 20 Σεπτεμβρίου 2009. Αντικείμενο της έκθεσης, το Ελληνικό ηπειρωτικό και νησιωτικό τοπίο, ειδωμένο μέσα από την ιδιαίτερη ματιά του κάθε ζωγράφου και με στόχο να διερευνηθούν οι εναλλασσόμενες όψεις του ελληνικού τοπίου αλλά και οι τονικότητες, οι ανεπαίσθητες χροιές και οι πλαστικές αξίες της υδατογραφίας μέσα από τη γραφή που χαρακτηρίζει το έργο του κάθε συμμετέχοντα καλλιτέχνη. Η έκθεση περιλαμβάνει παλαιότερα έργα σημαντικών καλλιτεχνών που διερεύνησαν εξαντλητικά το συγκεκριμένο εικαστικό μέσο, (Ανδρέας Βουρλούμης, Ράλλης Κοψίδης, Γιώργος Μανουσάκης, Ασαντούρ Μπαχαριάν, Νίκος Νικολάου κ.ά.), και παράλληλα συγκεντρώνει έργα σημαντικών σύγχρονων παραστατικών καλλιτεχνών. Συμμετείχαν οι καλλιτέχνες: Αγγελόπουλος Σπύρος, Αδαµάκης Γιάννης, Ακύλα Έλενα, Αλεξάκης Στέλιος, Ανδρεαδάκης Δημήτρης, Ανταχοπούλου Κατερίνα, Βερούκας Αλέξης, Βουρλούµης Ανδρέας, Γεωργιάδης Ανδρέας, Γιαννακάκη Μαρία, Γρηγόρα Άννα, Δασκαλάκης Στέφανος, Δηµητρακοπούλου Τάνια, Ελευθεριάδη Νίκη, Ζησίου Μιχάλης, Ηλιοπούλου Ειρήνη, Ισακίδη Αλεξάνδρα, Καμπάνης Μάρκος, Κατσιγιάννης Δηµήτρης, Καφίδα Ιωάννα, Κερεστετζής Κώστας, Κεχαγιόγλου Χρήστος, Κοντέλλης Ανδρέας, Κοντοβράκης Νεκτάριος, Κοντογιαννοπούλου Λήδα, Κούκος Δηµήτρης, Κοψίδης Ράλλης, Κυριτσόπουλος Αλέξης, Κωτσαλάς Σπύρος, Λιαούρης Βασίλης, Μαδένης Μιχάλης, Μακρής Θανάσης, Μανουσάκης Γιώργος, Μιγάδης Γιάννης, Μιχαηλίδης Γιάννης, Μπαρκώφ Αλεξάντερ, Μπατινάκης Τίµος, Μπαχαριάν Ασαντούρ, Μπελντέκος Παναγιώτης, Μπίλη Άννα, Μπότσογλου Χρόνης, Νικολάου Νίκος, Ξιφαρά Ιόλη, Παπαλαμπρίδη Μαρίνα, Παπανικολάου Βασίλης, Παπατριανταφυλλόπουλος Κώστας, Παππάς Κώστας, Πασχαλίδης Απόστολος, Πατράκης Ανδρέας, Πρέκα Μερόπη, Πρέκας Πάρις, Προκοπίου Ελιάννα, Πωπ Μαρία, Ρήνας Βαγγέλης, Ρόρρης Γιώργος, Σάµιος Παύλος, Σαρασίτης Δηµήτρης, Σιαφάκας Κώστας, Σούτογλου Έφη, Στάβερης Αντώνης, Στελλάτου Μαρίνα, Στεφάνου Νίκος, Στυψιανός Θανάσης, Σφούνης Θωμάς, Τέτσης Παναγιώτης, Τηνιακού Μαρία, Τζωρτζακάκης Μανώλης, Τούντας Παναγιώτης, Τσιροπούλου Άντα, Φειδάκης Παναγιώτης, Χαδούλης Γιώργος, Χάρος Μανώλης, Χρήστου Σάντρα. Η έκθεση οργανώθηκε με την ευγενική υποστήριξη του Υπουργείου Αιγαίου, του Επαρχείου Λήμνου και του Δήμου Νέας Κουτάλης. Την επιμέλεια της έκθεσης είχε η ιστορικός τέχνης Ίρις Κρητικού.
Όταν τα δίδυμα αδελφάκια, ο Σάκης και ο Τάκης το σκάνε από το σπίτι, νύχτα, για να γνωρίσουν μόνα τους τη μεγάλη πόλη, η περιπέτεια αρχίζει. Παιχνίδι, εμπειρίες, αλλά και κίνδυνοι πολλοί μέσα στη νύχτα. Ένα αδέσποτο σκυλί και ένα αδέσποτο μπαλόνι, φόβος και χαρά. Τελικά, θα τα καταφέρουν να γυρίσουν πίσω στο σπίτι, πριν ξημερώσει;
Τη φλόγα για την έναρξη των Μεγάλων Αγώνων της Αθήνας θα την άναβε στο Στάδιο ο Πινόκιο. Τι τύχη! Τι τιμή! Ο Πινόκιο λαμπαδηδρόμος! Όμως, τρέχοντας με τους φίλους του παρέα, θα ξεστρατίσει για να φτιάξει στην ακροθαλασσιά μια πεντανόστιμη ψαρόσουπα με πολύχρωμα ζωγραφιστά ψάρια, θα ζήσει τρελές περιπέτειες σε λούνα παρκ, έξω από την Αθήνα, θα κοιμηθεί σ΄ ένα μποστάνι με παραμυθένια καρπούζια… Τελικά, θα προλάβει ν΄ ανάψει και τη μεγάλη φλόγα των Μεγάλων Αγώνων της Αθήνας;
Απίστευτο κι όμως αληθινό: κατέφτασε και ο Πινόκιο στην Αθήνα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες! Θέλει κι αυτός να είναι εκεί, παρών στο μεγάλο γεγονός. Να πάρει μέρος στους Αγώνες, αλλά και να μάθει. Να θαυμάσει το Καλλιμάρμαρο Στάδιο και τα αγάλματα των αθλητών που κοσμούν την Αθήνα. Ξεκινάει από το άγαλμα του Δισκοβόλου. Μια καινούργια φιλία γεννιέται ανάμεσα στο χάλκινο άγαλμα και το ξύλινο αγόρι και μαζί της αρχίζει η περιπέτεια, όπου μπλέκεται το όνειρο με την πραγματικότητα, η ευαισθησία με τη γνώση και το χιούμορ.
Το κείμενο είναι αναδημοσίευση των δυο πρώτων μιας σειράς επιφυλλίδων που ο Κώστας Βάρναλης δημοσίευσε στην εφημερίδα Ανεξάρτητος (αρχίζοντας από τις 29 Δεκεμβρίου 1935), με την πρόθεση να εξιστορήσει τις εντυπώσεις του από τους δυο μήνες της εξορίας του (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1935) στον Άγιο Ευστράτιο και στη Μυτιλήνη.
Με το μυθιστόρημά της αυτό η Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου ζωντανεύει τις τελευταίες ημέρες του Βυζαντίου. Λεπτό το λεπτό καταγράφει τις πενήντα επτά ημέρες της πολιορκίας έως την Άλωση. Με λόγο δυνατό, ζωντανό, με αναλυτική διείσδυση, δίνει την ύστατη εκείνη αγωνία, τον ύστατο αγώνα, που στάθηκε ορόσημο στη νεότερη ιστορία του ελληνισμού. Όμως, πέρα από αυτό, και με μυθικό άξονα τον ήρωά της, δίνει τη συγκλονιστική πορεία της παρακμής του Βυζαντίου, καθώς και την οδυνηρή περιπέτεια του ελληνισμού μετά την καταστροφή.